«Και να θέλεις να γυρίσεις στην Ελλάδα, ξέρεις πως δεν μπορείς»!

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

morasethniki2Είναι ο ποδοσφαιριστής που στην πρώτη επιστροφή του στο γήπεδο της πρώην ομάδας του, Ελλάς Βερόνα, ως παίκτης της Μπάρι, γνώρισε την αποθέωση από χιλιάδες ανθρώπους. Μια τέτοια στιγμή, για κάθε αθλητή είναι σημαντική γιατί λαμβάνει την αναγνώριση για αυτά που έδωσε στην ομάδα. Ο λόγος για τον Βαγγέλη Μόρα, ο οποίος μίλησε στο Sport24.gr και την Νίκη Μπάκουλη τόσο γι'αυτό, όσο και για άλλα θέματα σε μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη.

«Ένιωσα σαν να γυρίζω σπίτι μου»

«Ήταν παράξενο, ήταν έντονο, ειδικά τις τελευταίες ώρες πριν τη σέντρα το να βρεθώ στο γήπεδο, στο οποίο έπαιζα μέχρι πριν πέντε μήνες επί τέσσερα χρόνια. Εκεί όπου έζησα καταπληκτικές στιγμές για τέσσερα χρόνια, χαρές, λύπες, τα πάντα, όσα περάσαμε μαζί με τους φιλάθλους της Βερόνα. Ήταν παράξενο. Δεν ήξερα πραγματικά τι με περιμένει. Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στο αγωνιστικό κομμάτι και όχι σε αυτό που θα συναντήσω, στο τι θα συναντήσω. Οπότε ήταν λίγο περίεργη η όλη κατάσταση».

«Μετά, αυτό που έγινε ήταν... Τόση ζεστασιά που ένιωσα, ήταν πραγματικά αυτό που λέμε «γυρίζω σπίτι μου», σε ένα χώρο που τον γνωρίζεις, που τον ξέρεις απ' έξω. Η αλήθεια είναι ότι πριν ξεκινήσει ο αγώνας, σε αυτό που κάνουμε όλοι οι ποδοσφαιριστές που βγαίνουμε στον αγωνιστικό χώρο για να τον ελέγξουμε, όταν γύρισα προς τα αποδυτήρια πήγα να στρίψω προς τα δεξιά, σε αυτά της Βερόνα. Εκεί καταλαβαίνεις ότι γυρίζεις σπίτι σου, εκεί όπου νιώθεις καλά και πέρασες ευχάριστα.

Ξέρεις τι είναι; Ολοκλήρωση! Ένιωσα ολοκληρωμένος. Επιβεβαιώθηκαν κάποια πράγματα που πίστευα πάντα στη ζωή μου, για όσα οφείλει να κάνει κάθε αθλητής, όσα έκανα εγώ όλα αυτά τα χρόνια, που τι ήταν; Το πιο απλό, το πιο φυσιολογικό. Πάντα πίστευα ότι πρέπει να δίνω τα πάντα, οπουδήποτε παίζω έτσι ώστε να υπάρχει ο σεβασμός από την πλευρά μου, απέναντι στον κόσμο και στο τέλος βλέπεις την ανταμοιβή. Ήταν αυτό που έζησα τη Κυριακή (27/11)».

Αυτό το «βλέπεις την ανταμοιβή» ομολογουμένως δεν είναι κάτι που μπορεί να ζήσει ο όποιος αθλητής παντού. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα. «Αυτό είναι αλήθεια. Θέλω ωστόσο, να πιστεύω ότι πάντα στην καριέρα μου προσπαθούσα να κρατήσω μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στον κόσμο, στην ομάδα, να σέβομαι και τον κόσμο και τη διοίκηση και τους πάντες. Δεν δημιούργησα ποτέ πρόβλημα σε κανέναν. Ήμουν πάντα επαγγελματίας και αυτός ήταν ο στόχος μου. Έτσι είχα μάθει από μικρό παιδί, έτσι μεγάλωσα, με αυτές τις αρχές. Και τώρα που ας πούμε ότι ωρίμασα, που έχω φτάσει στα 35 το ίδιο κάνω. Θα μπορούσες να πεις «είχες κάνει λάθη σε μικρότερη ηλικία;», Θα σου πω «όχι» και είναι κάτι για το οποίο μπορώ να υπερηφανεύομαι, πως από την αρχή, από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, από την πρώτη στιγμή που έγινα επαγγελματίας, κοιτούσα πάντα να είμαι σωστός στις υποχρεώσεις μου, προς την ομάδα, προς τον οποιονδήποτε. Όχι μόνο στον αθλητισμό, αλλά στη ζωή γενικότερα».

 

Η διαφορά νοοτροπίας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας

Έτσι γεννιέσαι; Ή γίνεσαι; «Αυτήν τη συμπεριφορά μπορείς να τη μάθεις και στην πορεία, αρκεί να είσαι διατεθειμένος να μάθεις από τα λάθη σου. Στη δική μου περίπτωση, από την αρχή είχα ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Αυτό που με δίδαξε η ζωή στα 17 χρόνια που είμαι επαγγελματίας είναι πως το να κάνεις το πιο φυσιολογικό πράγμα -κατ' εμέ-, να δίνεις δηλαδή, τα μέγιστα, σου επιφυλάσσει αυτού του είδους την αγάπη, ως ανταμοιβή. Ό,τι έζησα στην επιστροφή μου στη Βερόνα ήταν ό,τι καλύτερο. Νιώθω ολοκληρωμένος και ότι το moto που έχω στη ζωή μου -να δίνω τα πάντα προκειμένου να φεύγω ευχαριστημένος από το γήπεδο-, ήταν τελικά, η καλύτερη επιλογή».

Άντε και εσύ θες να είσαι συνεπής, σωστός στις υποχρεώσεις σου και προς τον εαυτό σου. Πόσο εύκολο είναι να μην αλλάξεις πορεία, όταν ζεις σε μια πραγματικότητα που δεν έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη δικαιοσύνη; «Αδικία υπάρχει παντού. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ζήσει την αδικία. Είναι μέσα στο πρόγραμμα, μέσα στη δουλειά μας -την οποιαδήποτε δουλειά. Το θέμα είναι να μπορείς να αντιμετωπίζεις ό,τι γίνεται ως μάθημα ζωής. Να μαθαίνεις κάτι από την όποια κατάσταση. Να ξεπερνάς την αδικία όσο πιο γρήγορα γίνεται και να προχωράς. Αυτός ήταν ο στόχος μου, ειδικά όταν έφυγα στο εξωτερικό και απελευθερώθηκα, γιατί στην Ελλάδα ήμουν πολύ κλειστός χαρακτήρας.

Στην Ελλάδα φοβάσαι γενικά τον Έλληνα φίλαθλο και τον Έλληνα δημοσιογράφο, για το πώς θα σε αντιμετωπίσουν. Στην Ιταλία απελευθερώθηκα, όχι γιατί ένιωσα πως εκεί δεν με ξέρουν, γιατί όπου και αν πας αργά ή γρήγορα θα σε γνωρίσουν. Είναι ο τρόπος με τον οποίον σε αντιμετωπίζουν στο εξωτερικό. Δεν ασχολούνται με μικροπράγματα. Δεν κάθεται ο κόσμος να ασχοληθεί με το τι θα κάνεις, αν θα βγεις έξω, αν θα πας για καφέ, αν θα γελάσεις παραπάνω, αν θα διασκεδάσεις λίγο παραπάνω. Δεν θα γράψει κανείς ότι γύρισες στις 02.00, από δείπνο με την οικογένεια σου, ενώ έχεις γυρίσει στις 23.00. Δεν θα μαθευτεί ό,τι γίνεται στα αποδυτήρια χαρτί και καλαμάρι». Κάποιες φορές και πράγματα που δεν γίνονται. «Αυτό είναι φυσιολογικό, όταν υπάρχει αυτή η τόσο έντονη επαφή του ποδοσφαιριστή με τον δημοσιογράφο, όπως γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά. Στην Ελλάδα γνωρίζουμε τα πάντα εξ όσων συμβαίνουν στα αποδυτήρια, ένας χώρος που για εμένα είναι άβατο. Δεν θα έπρεπε ποτέ να «βγαίνει» το παραμικρό από εκεί μέσα».

Και πώς ακριβώς είναι στην Ιταλία η κατάσταση, με την οποία τελικά μόνο una faccia, una razza δεν είμαστε -τουλάχιστον από τη μέση της χώρας και πάνω; «Θα βγάλεις μια φωτογραφία, θα μιλήσεις με τον κόσμο σε ένα φυσιολογικό επίπεδο, με ένα σεβασμό. Κάτι που στην Ελλάδα δυστυχώς δεν υπήρξε ποτέ. Το βλέπουμε πολύ ποδοσφαιρικά το όλο θέμα και όχι ανθρώπινα. Δηλαδή, το να ασχολείσαι συνέχεια με το ποδόσφαιρο, με την ομάδα, με το αποτέλεσμα, τόσο μα τόσο πολύ. Και μιλάμε για την Ιταλία που δεν είναι μια χώρα δεν ασχολείται γενικά με την κριτική ή το gossip. Τουναντίον. Δηλαδή, μετά την Ελλάδα θα μπορούσα να βάλω την Ιταλία, σε ό,τι αφορά το κομμάτι αυτό. Υπάρχει όμως, ένα όριο όπου σταματούν όλα. Υπάρχει έντονη κριτική, υπάρχουν οι φίλαθλοι που θα έλθουν στο γήπεδο, θα φωνάξουν, μπορεί να γίνει και κάποιο επεισόδιο. Υπάρχουν τέτοιου είδους καταστάσεις. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν, αλλά υπάρχει ένα όριο. Σαφέστατα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά σε γενικές γραμμές δύσκολα θα πετύχεις κόσμο που να μη σέβεται.

Βέβαια, είμαι τυχερός γιατί βρέθηκα στο Βορρά της Ιταλίας, διότι στο Νότο τα πράγματα είναι λίγο πολύ όπως είναι στην Ελλάδα. Έχουμε την ίδια νοοτροπία, ως προς το παράξενο τρόπο που προσεγγίζεις έναν αθλητή. Όλα όσα σου είπα με βοήθησαν να αλλάξω τελείως νοοτροπία και να βλέπω το ποδόσφαιρο και τη ζωή τελείως διαφορετικά. Χαίρομαι πραγματικά, που κατάφερα να μείνω 9 χρόνια στο εξωτερικό».

 

«Δεν ήταν πισωγύρισμα η Μπολόνια»

Όταν πήρε την απόφαση να αφήσει την Ελλάδα και να δοκιμάσει την τύχη του στην Bologna, το 2007, είχε κάνει κάποια πράγματα στην Ελλάδα: από τους Αμπελόκηπους Λάρισας είχε βρεθεί στην ΑΕΛ, από εκεί στην Προοδευτική και την Α' Εθνική και το 2003 στην ΑΕΚ, ως προσωπική επιλογή του Ντούσαν Μπάγεβιτς. «Θεωρητικά έφυγα σε μεγάλη ηλικία (26). Τι φανταζόμουν πως θα ζήσω; Θα σου πω ότι από την πρώτη στιγμή προσπάθησα να μπω στην ιταλική νοοτροπία. Ήταν στόχος μου, αλλά και σε αναγκάζουν να προσαρμοστείς με το να μάθεις, για παράδειγμα, τη γλώσσα κατευθείαν, ώστε να μπορείς να μπεις στην κουλτούρα της καθημερινότητας και του ποδοσφαίρου. Σίγουρα ήταν πολύ πιο δύσκολα τότε, από την άποψη ότι τότε ήταν πιο δύσκολο από ό,τι είναι τώρα να κερδίσεις μια ευκαιρία από ομάδα του εξωτερικού. Ήταν τα πρώτα χρόνια που «άνοιγε» η πόρτα, μετά το 2004 όταν είχαν κερδίσει τα παιδιά το Ευρωπαϊκό. Από εκεί και μετά, άρχισαν να κοιτούν τους Έλληνες. Μου δόθηκε η ευκαιρία και έκανα το βήμα. Αν ήταν τώρα εκείνη η στιγμή, να έχω φύγει δηλαδή, από την ΑΕΚ και να ψάχνω ομάδα, πιθανότερα θα κατέληγα σε κάποια άλλη ομάδα της Α' Εθνικής. Τότε ήταν άρδην διαφορετικά τα πράγματα και έκρινα πως κάνω ένα βήμα προς τα εμπρός».

Δεν το είδαν όλοι έτσι. «Ναι, θυμάμαι πως κάποιοι έγραψαν ότι κάνω πισωγύρισμα, αποφασίζοντας να φύγω από την ΑΕΚ που έπαιζε στο Champions League για να πάω σε σύλλογο της δεύτερης κατηγορίας στην Ιταλία, την Bologna. Για εμένα ήταν κάθε τι άλλο, εκτός από πισωγύρισμα. Ήταν μεγάλη ευκαιρία να βγω έξω, να δω πράγματα.

Τότε και από οικονομικής απόψεως ήταν καλύτερα να μη μείνω στην Ελλάδα. Είχαν μόλις αρχίσει να δυσκολεύουν τα πράγματα και παρ' όλα αυτά στην ομάδα υπήρχαν παίκτες που είχαν τις τετραπλάσιες απολαβές από εμένα. Η πρόταση που είχα από την Ιταλία ήταν καλύτερη, μολονότι πήγα σε ομάδα της Β' Εθνικής. Το είδα σαν βήμα, ήταν αυτό που ήθελα, είχα την τύχη να βρεθώ σε ομάδα πόλης που μου παρείχε τα πάντα -για αρχή ποιότητα ζωής. Είχα και τη βοήθεια της οικογένειας μου, μόλις είχαμε παντρευτεί με τη γυναίκα μου. Οπότε ήταν πιο εύκολο και να μπούμε κατευθείαν στη δική τους νοοτροπία».

 

Αυτά που ξεφορτώθηκε από την Ελλάδα

Υπήρξε κάτι που τότε του είχε κάνει εντύπωση στην Bologna ή γενικότερα στην Ιταλία που πια το θεωρεί φυσιολογικό; «Έχω αλλάξει πάρα πολύ. Έχω αλλάξει νοοτροπία». Να το θέσω διαφορετικά: τι ξεφορτώθηκε από την Ελλάδα; «Την γκρίνια, τη μιζέρια, το να ασχολούμαι με τον διπλανό μου τόσο πολύ. Ο φόβος που είχα τότε, όταν έπαιζα στην Ελλάδα ήταν το πώς θα με κοιτάξουν, πώς θα περπατήσω, το να με δείξουν με το δάχτυλο, να πουν «γιατί φοράει εκείνο, γιατί κάνει το άλλο». Το να σε βάζουν στο μικροσκόπιο. Όταν σε αντιμετωπίζουν με σεβασμό, όμορφα διαπιστώνεις πόσο ωραίο είναι να σε πλησιάζει ο κόσμος. Είμαι από τους ανθρώπους που θέλουν την επαφή με τους φιλάθλους, την επιδιώκω». Ξεφορτώθηκε δηλαδή, και την επιφυλακτικότητα που είχε σε αυτόν τον τομέα. «Ακριβώς. Ο τρόπος με τον οποίον με προσέγγισαν, με έκανε να «ανοιχτώ», να εξελιχθώ ως άνθρωπος και ως χαρακτήρας. Ήταν πάρα πολύ ωραίο όλο αυτό και πλέον μου αρέσει η επαφή που έχω με τον κόσμο».

Μέσω της γενικότερης εξέλιξης που είχε στην Ιταλία, ήλθε και η κλήση στην Εθνική ανδρών, το 2009. «Ήταν κάτι που μου έλειπε, γιατί η τελευταία φορά που είχα αγωνιστεί σε εθνικό επίπεδο, ήταν με την Ελπίδων, όταν ήμουν στην ΑΕΚ. Είχαμε παίξει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, μετά τελείωσε. Τρία χρόνια που έπαιζα στην ΑΕΚ δεν είχε έλθει η κλήση, παρ' ότι ήξερα πως με παρακολουθούν. Υπήρχαν πολλοί παίκτες έτσι και αλλιώς, στην Εθνική με επιτυχημένη πορεία από το 2004 και μετά, οπότε όταν πήγα στην Bologna σκεφτόμουν «μια χρονιά στη Β' Εθνική και αν καταφέρουμε και «ανεβούμε» του χρόνου θα είμαι στη Serie A και εκεί μπορεί να έλθει κάτι καλύτερο». Θυμάμαι, έκανα μια πάρα πολύ καλή σεζόν στη Serie A και είχε έλθει ο κ. Ρεχάγκελ με τον κ. Τοπαλίδη να με δουν σε ένα ματς με τη Juventus. Πήγαν όλα καλά, ευτυχώς και μου είχε πει πως θα με καλέσει. Περίμενα πώς και πώς να φορέσω τη φανέλα με το εθνόσημο». Την έβαλε και σε δυο World Cups, αλλά δεν κατάφερε να ζήσει την εμπειρία του Euro. «Δυστυχώς όχι, δεν έπαιξα σε Ευρωπαϊκό. Θεωρώ αυτές οι δυο διοργανώσεις είναι ό,τι καλύτερο υπάρχουν, δεδομένου ότι έχουν να κάνουν με εθνικές. Και μόνο που είσαι μέλος σου φτάνει. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να εκπροσωπείς τη χώρα σου. Είναι το top στην καριέρα του καθενός».

 

Οι δηλώσεις του για την Εθνική

Τον Οκτώβριο του 2015, παραμονές του προτελευταίου παιχνιδιού για τα προκριματικά του Euro2016, με τη Βόρειο Ιρλανδία, παρέστη στη συνέντευξη Τύπου και όταν δημοσιογράφος σχολίασε «κανείς δεν ασχολείται με το ματς αυτό», ήλθε ένα ξέσπασμα άνευ προηγουμένου για Έλληνα διεθνή. Μεταξύ άλλων, είχε πει πως «δεν μπορώ να το φανταστώ ότι κάποιος αύριο θα μπει στο γήπεδο και δεν θα έχει μεγαλύτερο κίνητρο από μας. Δεν θέλω να γελοιοποιούμαι άλλο. Ας σταματήσουμε τις ειρωνείες. Με ενοχλεί να γυρίσω στην ομάδα και με δουλεύουν και να μου λένε πάλι χάσατε; Σε νέο μπορώ να μιλήσω, στους άλλους που έχουν και καριέρα πίσω τους τι να πω; Πρέπει να το καταλάβει μόνος του. Ο ένας δεν σεβόταν τον άλλο και κάπου εκεί το όλο πράγμα χάθηκε».

morasethniki

Για να σε προλάβω, και ο ίδιος γνωρίζει πως αν δεν είχε μεσολαβήσει η καριέρα του στην Ιταλία το πιθανότερο είναι να μην έλεγε λέξη «αλλά στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το να πω όσα είπα, αυτό το ξέσπασμα ήταν φυσιολογικό. Μπορεί να πει ο καθένας ότι ήταν ψεύτικο ή ότι ήταν για τις εντυπώσεις. Μπορεί να «πειράχτηκαν» κάποιοι -και όντως, κάποιοι ενοχλήθηκαν, γεγονός που ξέρω και δεν αλλάζει. Είναι η γνώμη μου. Ήταν αυτό που πίστευα εκείνη τη στιγμή. Θεωρούσα ότι μπορώ να εκπροσωπήσω αυτά που λέω. Γενικά, όταν λέω κάτι σημαίνει πως το έχω σκεφτεί και ανταποκρίνεται στα «πιστεύω» μου».

«Όσα είπα γύριζαν στο μυαλό μου πολύ καιρό. Και να σου πω κάτι άλλο; Με ενόχλησε που την επόμενη ημέρα κάποιοι έγραψαν «μπράβο στον Μόρα που είπε κάποια πράγματα». Γιατί μπράβο; Είπα αυτά που πιστεύω, κάτι που για εμένα ήταν φυσιολογικό να γίνει. Στην Ελλάδα τα κάνουμε τόσο μεγάλα ή τόσο μικρά κάποια πράγματα. Είναι εύκολο να είσαι διπλωμάτης στο χώρο μας, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα θεωρώ πως καταντάει γελοίο. Κοροϊδεύεις τον κόσμο και αυτό δεν είναι ωραίο. Αν τώρα, αρέσει στον κόσμο να τον κοροϊδεύει ο ποδοσφαιριστής, να του λέει συνέχεια τα ίδια πράγματα και εκείνος να συμφωνεί, είναι άλλο θέμα που δεν μου αρέσει. Θεωρώ πως η διπλωματία έχει ένα όριο, όταν ξέρεις ότι μπορεί να αλλάξει μια κατάσταση. Αν δεν αλλάζει το παραμικρό και ο κόσμος αρχίζει να κουράζεται, η διπλωματία είναι περιττή. Είναι το σημείο που το μόνο που μπορείς να πεις, είναι η αλήθεια».

Το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει φτάσει στο σημείο που προφανώς χρειάζεται μόνο αλήθειες, μετά τα όσα συμβαίνουν σε επαγγελματικό και όχι μόνο επίπεδο και είχαν ως συνέπεια την παρέμβαση της FIFA. Με την ειλικρίνεια που τον χαρακτηρίζει και τις εμπειρίες που έχει αποκτήσει στην Ιταλία, μπορεί να προσδιορίσει τι είναι αυτό που δεν μας αφήνει ως ποδοσφαιρική χώρα να αγιάσουμε;

«Μου είχαν ζητήσει να μιλήσω προ της πρώτης πιθανότητας αποβολής της χώρας από τις διοργανώσεις. Είχα πει απλά και όμορφα πως αν είναι να αλλάξει το ελληνικό ποδόσφαιρο, να μπει τέλος σε όλα τα προβλήματα του και να δούμε επιτέλους, ένα ποδόσφαιρο σωστό, καλώς να έλθει η αποβολή. Θυμάμαι τότε πλάκωσαν οι δημοσιογράφοι να με φάνε, λέγοντας πως μιλώ γιατί είμαι στο εξωτερικό και είμαι καλά. Είχαν πει ότι δεν γνωρίζω ποιες είναι οι επιπτώσεις. Μα τις γνωρίζω και δεν είπα ότι θέλω να αποβληθεί η Ελλάδα. Είπα ότι είναι ανάγκη να βρεθεί μια λύση. Πώς; Ας καθίσουν σε ένα τραπέζι όλοι όσοι είναι υπεύθυνοι για την κατάντια του ελληνικού ποδοσφαίρου, που έφεραν το ποδόσφαιρο σε αυτήν την κατάσταση και ας το λύσουν. Γιατί στο τέλος θα έλθει ο αποκλεισμός της Εθνικής, που θα είναι και η καταστροφή του ελληνικού ποδοσφαίρου και τότε δεν θα μας σώζει τίποτα. Δεν θα είμαστε ξένοι, θα είμαστε κοινοτικοί και αυτό είναι μόλις ένα από τα προβλήματα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Αντί όμως, να γίνει κάτι ουσιαστικό, αυτό που συνέβη ήταν να ασχολούνται με την κάθε λέξη που λέει ο Μόρας ή ο κάθε Μόρας. Να γράφει ο καθένας ό,τι θέλει, για να έχουμε κάτι να ασχολείται ο κόσμος».

Και ενόσω ουδείς ασχολείται επί της ουσίας, ξέρεις τι συμβαίνει; «Κάθε χρόνο η κατάσταση γίνεται χειρότερη. Είχαμε πει, θυμάμαι το 2004 ότι με αφορμή τον άθλο των παιδιών θα ήταν χρήσιμο να δημιουργήσουμε ένα ποδόσφαιρο πολύ καλύτερο, να γίνεται σιγά σιγά καλύτερο. Τελικά, κάθε χρόνο από τότε γίνεται χειρότερο» και μάλλον χρειάζονται μέρες ολόκληρες για να αναφερθούν οι λόγοι, ενδελεχώς. Ποια μπορεί να είναι όμως, η πρώτη προτεραιότητα; «Ας ξεκινήσουμε από τις ακαδημίες, από τα παιδιά, να τους δώσουμε τις σωστές βάσεις. Να έχουμε ένα ποδόσφαιρο που θα «βγάζει» παιδιά, τα οποία θα προωθούνται σε πρωταθλήματα της Ευρώπης. Αυτό θα ήταν το σωστό. Όπως σωστό θα ήταν να δημιουργούμε ανθρώπους, μέσω του ποδοσφαίρου».

 

Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο Ελληνικό ποδόσφαιρο

Ο ίδιος διατηρεί τη δική του ακαδημία στη Λάρισα. Για την ακρίβεια, έκανε δική του την πρώτη του ομάδα, τους Αμπελόκηπους. Πώς προσεγγίζει τα παιδιά; «Δεν ξεκινάς για να δημιουργήσεις ποδοσφαιριστές, αλλά για να δημιουργήσεις ανθρώπους. Για εμένα, η ακαδημία είναι σχολείο. Θέλω να πω ότι δεν σημαίνει πως όσα παιδιά είναι κοντά μας, θα παίξουν ποδόσφαιρο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Έρχονται όμως, για να διασκεδάσουν, για να μάθουν τι σημαίνει υπομονή, επιμονή, δουλειά, τα πάντα. Έχω την τύχη εδώ και δυο χρόνια να έχω στην ομάδα ανθρώπους, οι οποίοι πραγματικά είναι πολύ σωστοί. Είναι παιδαγωγοί -γιατί αυτό χρειάζονται πρωτίστως οι ακαδημίες. Δηλαδή, τι να πω στο παιδί που είναι 6 χρόνων; Το βάζεις να παίξει, να λειτουργεί μέσα σε ένα γκρουπ, μαζί με άλλα παιδάκια και να μάθει τι σημαίνει σεβασμός, προς τους συναθλητές μου, προς το δάσκαλο. Με ενδιαφέρει να προσφέρουμε ό,τι θα πρόσφερε ένα σωστό σχολείο, όπως αυτά της γενιάς μου. Γιατί τότε δεν κάναμε ό,τι θέλαμε μέσα στο σχολείο. Υπήρχε σεβασμός που πια δεν υπάρχει, διότι τώρα έχουμε ξεπεράσει τα όρια στα πάντα. Με όλα τα προβλήματα που υπάρχουν, λόγω της κρίσης, ο καθένας κοιτά να ξεσπάσει στον άλλον. Μα γιατί δεν βλέπουμε την κρίση, που δεδομένα έχει κάνει πολύ δύσκολη τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, και ως ουσιαστικό λόγο να αλλάξουν κάποια πράγματα συνολικά στο ποδόσφαιρο;».

Επειδή όπως πιθανόν να 'χεις καταλάβει, δεν λέει κάτι χωρίς να το έχει σκεφτεί προηγουμένως, ιδού τι εννοεί; «Δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα να έχουν όλες οι ομάδες προέδρους με την οικονομική δυνατότητα αυτών στον Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ. Και να σου πω και κάτι; Όχι, να μη χαλάσουν ούτε αυτοί πάρα πολλά χρήματα. Ας δημιουργήσουν ένα πρωτάθλημα με συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα, όπως είναι αυτό της Αμερικής, που έχει salary cap, να δημιουργηθεί ένα σύστημα που θα ξέρεις ότι έχεις να πληρώσεις πέντε ευρώ όλον τον χρόνο. Τα έχεις; Έχει καλώς, ξεκινάμε. Δεν τα έχεις; Δεν παίζεις».

«Όταν ο ένας θέλει να φανεί πιο ισχυρός από τον άλλον και τελικά όλοι κάνουν του κεφαλιού τους, πώς να υπάρξει αποτέλεσμα; Όταν είναι χωρισμένοι σε στρατόπεδα, πώς θα βρουν λύσεις; Μόνο προβλήματα δημιουργούνται όταν ένας θέλει να διοικεί τα πάντα. Μάλλον λοιπόν, υπάρχουν άλλα ζητήματα που τους χωρίζουν, για τα οποία εμείς ή ο κόσμος δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Αυτοί αποφασίζουν. Ας διαλέξουν λοιπόν, τι θέλουν να κάνουν, γιατί αυτό που ζει τώρα το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα είναι κατάντια. Και χαίρομαι που έχει ανοίξει η πόρτα προς το εξωτερικό για τους Έλληνες παίκτες», οι οποίοι άπαξ και φύγουν, δεν ξαναγυρίζουν. «Βρίσκουν την υγειά τους! Και να θες να γυρίσεις, ξέρεις πως δεν μπορείς».

Εκείνος σκέφτηκε ποτέ αυτό το ενδεχόμενο; «Πολλές φορές. Βρέθηκα στη στιγμή που δεν είχα αποφασίσει τι θα κάνω, είχα προτάσεις που δεν με κάλυπταν, με έπαιρναν κάποια τηλέφωνα από την Ελλάδα, το σκεφτόμουν, μετά.. το ξανασκεφτόμουν. Η αλήθεια είναι πως το σκέφτηκα όταν είχε μπει στη μέση η ΑΕΚ, αλλά η κατάσταση τότε ήταν τραγική. Ήταν η χρονιά που προσπαθούσε να σωθεί και τελικά, «έπεσε» στην τρίτη κατηγορία. Δεν μπορούσα να γυρίσω. Το συναίσθημα πάλευε με τη λογική που έλεγε ότι αν επέστρεφα θα ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσα να κάνω, για εμένα και την οικογένεια μου. Θα ξεχνούσα και ό,τι είχα μάθει τα χρόνια που ήμουν στην Ιταλία. Αν ήξερα πως υπήρχε μια βάση ανθρώπων που θα βοηθούσαν να ξεκινήσει κάτι και ας ήταν από τη Γ' Εθνική, αν υπήρχε ένα τέτοιο project μπορεί και να επέστρεφα να βοηθήσω, αλλά να το κάνω χωρίς να υπάρχει το παραμικρό; Αυτό θα ήταν στο μυαλό μου πισωγύρισμα, γιατί είχα κάνει τα πάντα για να βρω δουλειά εκτός Ελλάδας. Πώς θα μπορούσα να γυρίσω για μια κατάσταση που δεν θα ένιωθα σιγουριά; Αυτό θα ήταν λάθος και ευτυχώς δεν το έκανα».

morasaek

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει κάνει γενικά λάθη, αλλά δεν μετανιώνει. «Να σου πω κάτι; Οι σκέψεις που έχω τώρα, είναι αυτές που είχα και τότε. Οπότε νιώθω πως τις τίμησα. Αν θεωρώ λάθος, σε εισαγωγικά, πως υπήρξαν φορές που δεν πήρα το καλύτερο συμβόλαιο; Ίσως και να ήταν, αν είχα άλλες προτεραιότητες. Θα σου πω για τη Βερόνα, με την οποία όταν έφυγα είχα συμβόλαιο για άλλα δυο χρόνια. Είχαμε μιλήσει με τον πρόεδρο και ξαφνικά έμαθα πως προσπαθούσε να με πουλήσει τον προηγούμενο Δεκέμβριο, χωρίς να μου πει τίποτα. Εγώ δεν ήθελα να φύγω, γιατί ήμουν πολύ δεμένος με την ομάδα, που τότε βίωνε μια πολύ δύσκολη κατάσταση.

Ήμασταν για υποβιβασμό και είπα στον πρόεδρο πως «δεν φεύγω στα μέσα μιας τέτοιας χρονιάς, γιατί δεν θέλω να εγκαταλείψω αυτά τα παιδιά. Ας «πέσει» η ομάδα, ας είμαι μέλος μιας ομάδας που θα υποβιβαστεί, με όποιο προσωπικό κόστος. Δεν με απασχολούσε, γιατί ένιωθα πως δεν ήταν σωστό να φύγω σε εκείνη τη χρονική στιγμή. Όλοι γύρω μου, μου έλεγαν ότι κάνω λάθος και να σκεφτώ τον εαυτό μου, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Αν δεν νιώθω καλά με μια απόφαση, δεν θα την πάρω. Στο τέλος ποιος βγήκε χαμένος -σε εισαγωγικά-, επαγγελματικά; Εγώ, γιατί δεν πήρα καν τα δυο χρόνια που είχαμε συμφωνήσει με τη διοίκηση. Είναι όμως, το τελευταίο πράγμα που με απασχολεί. Αυτό που ήθελα ήταν να νιώθω γεμάτος και τώρα επιστρέφουμε στο χειροκρότημα της Κυριακής (27/11), οπότε καταλαβαίνεις πως τα παραπάνω χρήματα ή ένα ακόμα συμβόλαιο δεν μπορείς να τα βάλεις στο ίδιο ζύγι».

 

Το βράδυ του ατυχήματος στην Βουδαπέστη

Ενόσω συνέβαιναν όλα αυτά με τη Βερόνα, είχε να αντιμετωπίσει και ουκ ολίγα άλλα θέματα. Θα έλεγες με ασφάλεια πως το 2015 δεν ανήκει στις καλές χρονιές της ζωής του. Τον Ιούλιο του 2015, έπειτα από υποχρέωση με την Εθνική, είχε επιβιβαστεί σε ταξί με τους Γιάννη Φετφατζίδη και Παναγιώτη Ταχτσίδη με προορισμό το αεροδρόμιο της Βουδαπέστης και από εκεί ο καθένας στην ομάδα του.

Ο Βαγγέλης κάθισε στη θέση του συνοδηγού «και το θυμάμαι σαν τώρα, πέρασε από το μυαλό μου να μη βάλω ζώνη. Μου είχαν πει πως το αεροδρόμιο ήταν πολύ κοντά και δεν ξέρω... Σκέφτηκα να μη βάλω ζώνη, παρ' ότι εδώ και πολλά χρόνια είναι η πρώτη αυτόματη κίνηση που κάνω, όταν μπαίνω στο αυτοκίνητο. Τελικά, είπα από μέσα μου «τι λες ρε Βαγγέλη; Βάλε τη ζώνη σου» και αυτό τελικά μου έσωσε τη ζωή.

Πάνω στην τελική ευθεία για το αεροδρόμιο, εκεί που ήμασταν ήρεμα και ωραία και πηγαίναμε με 100-120 χλμ, είδα ξαφνικά ένα αυτοκίνητο από την αντίθετη λωρίδα, να έρχεται προς τα επάνω μας. Θυμάμαι φώναξα «τι κάνει αυτός;» πριν τη σύγκρουση. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, πέρασαν χιλιάδες σκέψεις από το μυαλό μου. Το πρώτο πράγμα που έκανα, αφότου άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα πως υπάρχω, ήταν να στραφώ στον οδηγό μας που ήταν ξαπλωμένος δίπλα μου, χτυπημένος με αίματα. Παντού υπήρχαν καπνοί και άνοιξα την πόρτα για να πάρω αέρα. Έπεσα στην άσφαλτο και σηκώθηκα απότομα για να τσεκάρω τον Παναγιώτη και τον Γιάννη. Είδα πως ο Παναγιώτης κρατούσε τον Γιάννη, που είχε χτυπήσει στο κεφάλι και ήταν σε κατάσταση σοκ. Πήγα στο άλλο αυτοκίνητο να τσεκάρω τους επιβάτες. Η γυναίκα που καθόταν στη θέση του συνοδηγού ήταν ακίνητη, από το σοκ και το άλλο μισό αυτοκίνητο ήταν διαλυμένο. Αυτό που αντίκρισα ήταν ό,τι χειρότερο υπήρχε». Ο οδηγός είχε πεθάνει ακαριαία.

«Επέστρεψα στα παιδιά και άρχισα να παίρνω τηλέφωνο τους ανθρώπους της Ομοσπονδίας. Αν θυμάμαι καλά πήρα τον Καραγκούνη, δεν θυμάμαι αν τον βρήκα. Ευτυχώς όμως, βρήκα τη δικηγόρο που ήταν στην αποστολή και επρόκειτο να φύγει την επόμενη ημέρα με εμάς. Ήλθε η αστυνομία, το ασθενοφόρο... και ακολούθησαν όσα γίνονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Αλλά εντάξει, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου τα είδα όλα. Ήταν η χρονιά που δεν έλεγε να σταματήσει...» τα χτυπήματα. Γιατί από το 2014 αντιμετώπιζε και ένα άλλο ζήτημα από αυτά που αλλάζουν την κοσμοθεωρία που έχεις και σίγουρα τη ζωή σου.

Πριν μιλήσουμε και για αυτό, για τον αδελφό του που δεν είναι πια ανάμεσα μας, θέλησα να μάθω αν στη χρονιά που δοκιμάστηκε περισσότερο από ποτέ, ένιωσε πως δεν είχε άλλη άλλη δύναμη, άλλο κουράγιο; Ότι για να κάνει έστω ένα βήμα -στην κυριολεξία-, χρειαζόταν να προσπαθήσει, ενδεχομένως να παλέψει με τον εαυτό του, ώστε να βρει από κάπου να κρατηθεί;

«Φυσικά, φυσικά... Μετά το ατύχημα ήμουν χάλια. Μου πήρε μέρες να συνέλθω. Ήμουν χαμένος σε σκέψεις, σε εικόνες, πέρασαν όλα από μπροστά μου, καθόμουν μόνος μου στο μπαρ του ξενοδοχείου και προσπαθούσα να ηρεμήσω. Ήμουν χαμένος, χαμένος... σε άλλον κόσμο. Σκέψεις πολλές, για όσα σου 'χουν συμβεί»... και ήταν πολλαπλάσια από εκείνα που μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος. Νιώθει πως λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; «Τι να σου πω; Κάποιοι χειροτερεύουν και άλλοι βρίσκουν τη δύναμη να το ξεπεράσουν. Πρέπει να πιαστείς από κάπου, να βοηθηθείς». Από πού πιάστηκε εκείνος; «Από αυτό που συνέβαινε στον αδελφό μου. Κατέληξα λοιπόν, στο ότι δεν έγινε και τίποτα -η κατάσταση θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερη- και επικεντρώθηκα στον Τάκη, γιατί είχαμε κάνει τη μεταμόσχευση και ήμασταν στα μισά της θεραπείας του. Δεν είχα τελικά, πολλά να σκεφτώ πέραν του ότι η ζωή είναι μια στιγμή. Τη μια είσαι, την άλλη δεν είσαι. Ένα τσαφ, που λέμε».

Μόνο που συνήθως θυμόμαστε ότι αυτή είναι η πραγματικότητα, όταν μας συμβαίνει κάτι. Όχι κάθε μέρα. «Για αυτό λέω μάλλον είναι προτιμότερο να ασχολούμαστε με σοβαρά πράγματα, αντί του τι κάνει ο άλλος. Να κάνουμε αυτοκριτική και να βελτιωνόμαστε. Ας γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι εμείς πρώτα και μετά θα γίνουν και οι άλλοι. Αν αφιερώσουμε όλοι στον εαυτό μας, το χρόνο που αφιερώνουμε στο να κρίνουμε τους άλλους, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι».

Αυτό το “τσαφ” της ζωής έγινε πιο ξεκάθαρο με τον πιο σκληρό τρόπο, στις 17 Ιουλίου του 2015, όταν ο αδελφός του πέθανε σε κλινική της Λάρισας. Ήταν 35 χρόνων. Τον Απρίλιο του 2014, ο Τάκης είχε διαγνωστεί με σπάνια -επιθετική- μορφή λευχαιμίας. Βρισκόταν στη Μελβούρνη της Αυστραλίας για διακοπές, όταν αισθάνθηκε αδιαθεσία και πήγε στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Η εισαγωγή του έγινε στις 7 Απριλίου. Μετά το World Cup πήγε και τον βρήκε εκεί ο Βαγγέλης, ο οποίος αποδείχθηκε 100% συμβατός δότης μυελού των οστών. Έμεινε 25 ημέρες στη Μελβούρνη, για να προχωρήσει στη διαδικασία, ο Τάκης παρουσίασε πρόοδο, έκανε το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 2015, για να αφήσει λίγες μέρες αργότερα την τελευταία του πνοή.

 

Επιθυμία του Τάκη ήταν το «Save Moras»

«Μετά τη μεταμόσχευση, είχαμε αποφασίσει με τον αδελφό μου πως θα δημιουργούσαμε σωματείο, με το όνομα «Save Moras», έτσι ώστε να ενημερώσουμε τον κόσμο όσο καλύτερα γίνεται για τη διαδικασία του να γίνεις δότης μυελού. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει πληροφόρηση όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά γενικά στην Ευρώπη. Αυτός ήταν ο στόχος. Τα πράγματα δεν πήγαν όπως θέλαμε και τότε είχαμε έναν ακόμα λόγο να πραγματοποιήσουμε το όνειρο του αδελφού μου. Έξι μήνες μετά δημιουργήσαμε το σωματείο, ώστε και να κρατήσουμε τη μνήμη του ζωντανή, αλλά έγινε αυτό που βοήθησε πάρα, μα πάρα πολύ, ώστε να ξεφεύγουμε λίγο, να παίρνουμε περισσότερη δύναμη για να αντέχουμε τον πόνο μας. Και ακόμα ισχύει αυτό. Ναι μεν, σου τον θυμίζει, αλλά σε κάνει να νιώθεις πάρα, μα πάρα πολύ καλά, γιατί βοηθάς κόσμο. Κάνουμε τα πάντα, για να παρέχουμε σωστή ενημέρωση στην Ελλάδα, σε συνεργασία με το «Χάρισε Ζωή» της Πάτρας. Εκείνοι είναι υπεύθυνοι για τις λήψεις -εμείς δεν μπορούμε να τις κάνουμε, διότι πρέπει να υπάρχει άμεση σχέση με νοσοκομείο.

Ξεκινήσαμε λοιπόν, τις ενημερώσεις από τη Λάρισα, όπου ο Τάκης ήταν πολύ δημοφιλής γενικά ως χαρακτήρας. Τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν πάρα πολλοί στην πόλη μας και από εκεί αρχίσαμε την προσπάθεια. Μετά βγήκαμε προς τα έξω. Ομολογώ πως στην Ελλάδα δεν έχω κάνει πολλά πράγματα, πέραν του να «εκμεταλλευτώ» το όνομα μου, ώστε να το επικοινωνήσουμε ακόμα καλύτερα. Το τρέχουν άλλα άτομα: η αδελφή μου, οι φίλοι του αδελφού μου. Αυτό που κάνουμε είναι παρεΐστικο. Είμαστε όλοι εθελοντές και μας δένει η αγάπη μας για τον Δημήτρη. Μακάρι όταν έχω και εγώ χρόνο να το «μεγαλώσουμε» και να γίνει όπως πρέπει να γίνει: ένα μεγάλο σωματείο, με σωστά γραφεία... Να γίνει κάτι μεγάλο».

Εκείνος το «έτρεξε» στην Ιταλία «στον ενάμιση τελευταίο χρόνο που ήμουν στη Verona. Δημιουργήσαμε ένα «παράρτημα» του σωματείου. Κατ' αρχάς, το «έτρεξα» σε επίπεδο ενημέρωσης στα σχολεία, να εξηγήσω σε παιδιά τι σημαίνει να είσαι δότης, αλλά και σε ηλικίες γύρω στα 17-18. Κάναμε και ένα φιλικό παιχνίδι (στις 20/2 του 2016) και δημοπρατήσαμε τις φανέλες που φορούσαμε (η Hellas Verona και η Chievo, με το logo «Save Moras»). Μετά, προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε περισσότερο, χρήματα μέσω καλεσμάτων στην Ιταλία. Στην Ελλάδα έχουμε πολύ μεγάλη επιτυχία στο κομμάτι των δοτών, έχουν ξεπεράσει τα 1000 άτομα και συνεχίζουμε».

Του ζήτησα να εξηγήσει και τη διαδικασία που όχι... δεν προκαλεί αναπηρία. Όπως πιθανόν να έχεις καταλάβει, η τεχνολογία έχει εξελιχθεί σε αυτό το θέμα. «Υπάρχουν δύο διαδικασίες. Εμείς κάνουμε αυτήν με το σάλιο και την μπατονέτα που μπορεί να την κάνει οποιοσδήποτε μόνος του, σπίτι του. Παρ' όλα αυτά, έχουμε εθελοντές να πάρουν το δείγμα και αυτομάτως έχεις γίνει δότης μυελού των οστών. Το θέμα όμως, είναι να σε πείσουμε, να σου δώσουμε να καταλάβεις τι σημαίνει να είσαι δότης. Μέσα σε ένα λεπτό παρέχεις σε έναν άνθρωπο τη δυνατότητα να ελπίζει. Μη ξεχνάς πως πρόκειται για μια αρρώστια που όπως βλέπουμε, απασχολεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Τα κρούσματα λευχαιμίας πλέον, είναι πολύ συχνά και καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν δότες. Στην Ελλάδα είμαστε πάρα πολύ λίγοι. Σε 11 εκατομμύρια ανθρώπους, έχουμε μόνο 30.000. Εμείς μέσα σε 7 μήνες είχαμε καταφέρει να κάνουμε δότες 700 άτομα. Τότε έγινε ξεκάθαρο πως όλα είναι θέμα ενημέρωσης. Όπου μπορούμε να βοηθήσουμε, βοηθάμε. Το λέω: είναι γελοίο, γελοίο, γελοίο. Είναι γελοίο το πώς μπορείς να δώσεις μια ελπίδα».

«Όταν γίνεσαι δότης στην ουσία, παρακαλάς να βοηθήσεις έναν άνθρωπο. Να είσαι συμβατός με κάποιον. Συνδέεσαι με ένα μηχάνημα για πέντε ώρες και δίνεις βλαστοκύτταρα. Δεν υπάρχει ούτε πόνος, ούτε τίποτα. Ακόμα και αν χρειαστεί να προχωρήσεις σε δωρεά με συλλογή από τον ίδιο τον μυελό, δεν υπάρχει κίνδυνος παράλυσης, όπως συνέβαινε σε παλαιότερες δεκαετίες, σε πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις. Πλέον δεν υπάρχει ο παραμικρός κίνδυνος. Σου δίνουν 0% κινδύνου».

Πώς είναι η ζωή ενάμιση χρόνο χωρίς τον Τάκη; «Με βοηθά το γεγονός ότι είμαι έξω και δεν έχω στην καθημερινότητα μου σκέψεις του αδελφού μου. Όταν επιστρέφω στη Λάρισα είναι πιο δύσκολο. Είναι σε κάθε γωνιά. Στο εξωτερικό δεν είχα στιγμές μαζί του. Ζω πλέον, την ημέρα μου και για εκείνον. Ό,τι και αν πούμε, ό,τι και αν κάνουμε δεν μπορεί κανείς να σε καταλάβει. Μόνο όποιος έχει περάσει ανάλογες καταστάσεις αντιλαμβάνεται ποιο είναι το συναίσθημα. Αυτό που έκανα ήταν να προσπαθήσω να συμβιβαστώ με την απώλεια. Έρχονται σκέψεις, φεύγουν σκέψεις, «πέφτεις» σε κατάθλιψη, ξανασηκώνεσαι και όλα είναι ένας αγώνας. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι δίπλα σου, οι οποίοι δεν φταίνε σε τίποτα. Προσπαθείς και παίρνεις δύναμη από αυτούς, τους οποίους πρέπει να βοηθήσεις. Να στηρίξεις την οικογένεια σου, τη μητέρα σου, τον πατέρα σου. Πρέπει να τα σκέφτεσαι όλα, όλα και προσπαθείς να βρεις τη δύναμη να ανταπεξέλθεις. Διαφορετικά, τρελαίνεσαι. Δεν το θέλω αυτό! Θέλω να βρω τη δύναμη να κάνω κάτι καλό, μέσα από όλη αυτήν την κατάσταση» και όπως κατάλαβες, δεν θα αρκεστεί σε τίποτα λιγότερο.

DiogenisAcademy

Siourasnew

paspaliarhs
Eliksiriodiefthinseis
Nook

palaiovivliopwleio

LarissaPoll

cropped-Untitled-11

drogh banner

Fotakis Protergia